ἐπόγδοος

ἐπόγδοος, ον, 1 1/8, Pl.Ti.36a, 36b ; ἐ. λόγος the ratio
A of 9 : 8, Plu.2.367f; ἐ. [τόκος] interest at the rate of 1/8 of the principal, i.e. 12 1/2%, D.50.17 : neut. as Subst., whole tone in Music, Philol.6, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επόγδοος — ἐπόγδοος, ον (AM) 1. αυτός που αποτελείται από μια ακέραιη μονάδα και ένα όγδοο 2. (για τόκο) αυτός που αντιστοιχεί στο όγδοο τού κεφαλαίου μσν. μουσ. μείζων τόνος …   Dictionary of Greek

  • ἐπόγδοος — of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόγδοον — ἐπόγδοος of masc/fem acc sg ἐπόγδοος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόοιν — ἐπόγδοος of masc/fem/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόοις — ἐπόγδοος of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόου — ἐπόγδοος of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόους — ἐπόγδοος of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόων — ἐπόγδοος of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπογδόῳ — ἐπόγδοος of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόγδοα — ἐπόγδοος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπόγδοοι — ἐπόγδοος of masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.